15 Δεκεμβρίου 2021 03:32

Οι 20 καλύτερες ταινίες του 2021

Αν και το σινεμά περνά ακόμη ένα είδος υπαρξιακής κρίσης, αυτή η χρονιά μας πρόσφερε άφθονες συναρπαστικές στιγμές κι εμείς διαλέξαμε μερικές από τις καλύτερες.

 

Το 2021 ξεκίνησε ως η χρονιά που το σινεμά θα επέστρεφε σε μια “κανονικότητα”, με τους κινηματογράφους να ανοίγουν ξανά και τα μεγάλα blockbuster να προβάλλονται επιτέλους στη μεγάλη οθόνη. Ας πούμε ότι ήμασταν λίγο παραπάνω αισιόδοξοι, μιας που δεν πήγαν όλα όπως τα προγραμματίσαμε, ούτε και αυτή τη χρονιά. Ναι, το σινεμά περνάει ακόμη ένα είδος υπαρξιακής κρίσης, υπό τον κίνδυνο να κλείσουν και πάλι οι κινηματογράφοι και με τα όρια του τι είναι τελικά σινεμά και τι όχι να γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα, αφού η τηλεόραση προσφέρει πια αρκετά “κινηματογραφικές” επιλογές. Όπως και να έχει, η παρακάτω λίστα μας θυμίζει για ποιο λόγο θέλουμε να βλέπουμε ταινίες, ανεξάρτητα απ’ το μέγεθος της οθόνης.

Dune

Απ’ το πρώτο δευτερόλεπτο, η πολυαναμενόμενη κινηματογραφική μεταφορά του sci-fi αριστουργήματος του Frank Herbert από τον Denis Villeneuve, αυτοσυστήνεται ως κάτι επικό, βαθύ, τεράστιο. Καμία άλλη ταινία δεν έχει εκμεταλλευτεί τα πλεονεκτήματα της μεγάλης οθόνης τόσο όσο το Πρώτο Μέρος αυτής της κινηματογραφικής μεταφοράς, μετατρέποντας την ιστορία που αφηγείται σε μια εμπειρία σαρωτική και υπερφυσική ενώ ταυτόχρονα μοιάζει με μια ταινία περιέργως προσωπική. Όλοι οι συντελεστές, από τον Timothée Chalamet μέχρι τη Rebecca Ferguson, τον Oscar Isaac ως τον Jason Mamoa και απ’ τη βλοσυρή Charlotte Rampling μέχρι τον γλοιώδη Stellan Skarsgård, προσθέτουν τη δική τους πινελιά. Ναι, σαφώς και θέλαμε περισσότερη Zendaya, αλλά βλέποντας το μεγαλείο που δημιούργησε ο Villeneuve σε αυτό το πρώτο μέρος, είμαστε πρόθυμοι να περιμένουμε το δεύτερο για να τη δούμε να παίρνει αυτό που της αξίζει.

The Mitchells vs. the Machines

Είναι πλέον δεδομένο ότι ο άνθρωπος του 21ου αιώνα που διαθέτει κάποιες ανέσεις, εξαρτάται πλήρως απ’ το Wi-Fi. Αν του το στερήσεις, η ζωή του θα μετατραπεί σε ένα απόλυτο χάος. Αυτή η ταινία κινουμένων σχεδίων των Mike Rianda και Jeff Rowe είναι μια σάτιρα για την εξάρτησή μας από την τεχνολογία και μια αναπάντεχα αστεία ματιά στη δυναμική μιας δυσλειτουργικής οικογένειας, χωρίς όμως να μοιάζει με μανιφέστο κατά της τεχνολογίας. Οι αδέξιες ταινίες μικρού μήκους που ανεβάζει η Katie Mitchell (Abbi Jacobson) στο Internet της δίνουν το εισιτήριο για σπουδές σε σχολή κινηματογράφου και με την ευκαιρία της μετακόμισης, ο πατέρας της (Danny McBride) προτείνει να κάνουν ένα τελευταίο οικογενειακό road trip. Δυστυχώς, λίγα πράγματα μπορούν να καταστρέψουν μια οικογενειακή εκδρομή περισσότερο από έναν στρατό από ρομπότ. Ο συνδυασμός της ευαισθησίας με το χιούμορ, την αγάπη και την αναρχία που είναι διάχυτα στην ταινία, δημιουργούν ένα απόλυτα αρμονικό αποτέλεσμα.

This Is Not a Burial, It's a Resurrection

Μια ηλικιωμένη χήρα (η εκλιπούσα φανταστική Νοτιοαφρικανή ηθοποιός Mary Twala) προετοιμάζεται να συναντήσει τον Δημιουργό της. Πριν όμως αποχαιρετήσει τον μάταιο τούτο κόσμο, θα πρέπει να υψώσει το ανάστημά της μπροστά σε ιερείς, πολιτικούς και άλλες πατριαρχικές φιγούρες που επιχειρούν να καταστρέψουν το χωριό της στο όνομα της προόδου. Η ταινία του Lemohang Jeremiah Mosese σε κάνει να νιώθεις ότι βλέπεις έναν μύθο να ξετυλίγεται, περνώντας επιδέξια από τη γήινη παρουσία της Twala σε σουρεάλ στιγμές χάους, καταστροφής αλλά και αναγέννησης. Δεν είσαι ποτέ σίγουρος αν ο αφηγητής είναι ο Θεός, ο Διάβολος ή ο Θάνατος ο ίδιος και αν το μέρος όπου αφηγείται την ιστορία του είναι ο παράδεισος ή η κόλαση. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η αντίσταση αυτής της μικροκαμωμένης αλλά αποφασισμένης γυναίκας είναι ο ορισμός της δικαιοσύνης. Η ταινία αυτή είναι μια αποκάλυψη.

Nightmare Alley

Στο Nightmare Alley, ο Guillermo del Toro κάνει ένα διάλειμμα από τα αγαπημένα του παράξενα τέρατα και μας δίνει μια ωραιότατη ιστορία ανθρώπων-τεράτων, χωρίς καμία προσπάθεια να στρογγυλέψει τα γεγονότα που περιγράφονται στο μυθιστόρημα του William Lindsay Gresham (1946) για έναν άνδρα (Bradley Cooper), μέντιουμ σε τσίρκο, που μετατρέπει το show του, με τη βοήθεια της ερωμένης του (Rooney Mara), σε απόλυτο θρίαμβο εξαπατώντας την πλούσια ελίτ. Στο κάδρο θα μπει και μια ψυχίατρος (Cate Blanchett) που μάλλον έχει μάστερ στις απάτες, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος ηθικής – που ήταν έτσι κι αλλιώς σε φθίνουσα πορεία. Πρόκειται για ένα σχεδόν άψογο noir, με αδύναμους άνδρες και femme fatales, και μια γερή δόση διαφθοράς.

The Disciple

Μετά το Court (2014), ο σκηνοθέτης Chaitanya Tamhane επιστρέφει με την ιστορία ενός νεαρού άνδρα (Aditya Modak), αφοσιωμένου στην ινδική κλασική μουσική. Ένα δημιουργικό ενδιαφέρον που κληρονόμησε απ΄ τον πατέρα του εξελίσσεται σε εμμονή, και όσο περνούν τα χρόνια, η ιδέα ότι το πάθος του μπορεί να είναι μεγαλύτερο απ’ το ταλέντο του τον τσακίζει. Είναι ένας ενδιαφέρων χαρακτήρας, όμορφα δοσμένος, που θέτει κάποια σημαντικά ερωτήματα. Τι κοστίζει ψυχικά σε έναν καλλιτέχνη η συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί να αγγίξει την τελειότητα; Μπορείς να είσαι υπέρμαχος της τέχνης και ταυτόχρονα να είσαι εντελώς κάθαρμα; Από ποιο σημείο και μετά η προστασία μιας πολιτιστικής παράδοσης τελικά μειώνει τη διάρκεια ζωής της; Η ταινία ανέβηκε στην πλατφόρμα του Netflix σαν ένοχο μυστικό τον Απρίλιο, με ελάχιστες προβολές στους κινηματογράφους (και με σχεδόν ανύπαρκτη προώθηση). Μάλλον χρειάζεται να το φωνάξουμε: Αυτή τη ταινία αξίζει την προσοχή σας.

Saint Maud

Η Maud (Morfydd Clard), μια αναγεννημένη Χριστιανή, αναζητά τη δική της αποστολή – και η αποστολή που αναλαμβάνει ως τιμωρία για τις αμαρτίες της, είναι να φροντίσει μια βαριά άρρωστη χορογράφο (Jennifer Ehle). Όσο περισσότερο ασχολείται μαζί της, τόσο περισσότερο ανησυχεί για τη σωτηρία της ψυχής της άρρωστης γυναίκας. Μπορεί όμως η Maud να σώσει τους αρρώστους; Οι συζητήσεις της με τον Θεό είναι φανταστικές ή πράγματι έρχεται σε επαφή με το θείο; Ή μήπως αυτή η φωνή στο μυαλό της ανήκει σε κάτι λιγότερο αγνό; Tο ντεμπούτο της Rose Glass στη σκηνοθεσία είναι μια φρέσκια εκδοχή της τυπικής θρησκευτικής ταινίας τρόμου. (Θα δείτε όμως την κλασική σκηνή με τη λυγισμένη μέση και τις αιωρήσεις). Μπορείτε να το δείτε και σαν ένα πορτραίτο μια νέας γυναίκας που αποκτά μια πολύ διαστρεβλωμένη αίσθηση δύναμης μέσα στην τρέλα της, γεγονός που κάνει αυτή την ιστορία δαιμονισμού ακόμα πιο τρομακτική. Όπως κι αν το δείτε, η ταινία αυτή είναι μια αποκάλυψη που επαναφέρει την πίστη μας σε αυτό το είδος ταινιών τρόμου.

Summer of Soul

Αν η αναδρομή του Ahmir ‘Questlove’ Thompson στα show του καλοκαιριού του ‘69 στο Mount Morris Park (Harlem), περιλάμβανε μόνο μουσικές παραστάσεις, θα είχε δημιουργήσει ένα απαράμιλλο concert film, με έναν 19χρονο Stevie Wonder να χοροπηδά μπροστά απ’ τα πλήκτρα του, τη Nina Simone να ερμηνεύει το “Backlash Blues” με τρομερά αγωνιώδη τρόπο, τους Sly and the Family Stone στο αποκορύφωμα του funk και τη Mahalia Jackson και τον Mavis Staples να καθηλώνουν με τις ερμηνείες τους. Αυτό που δημιούργησε όμως είναι ακόμα πιο σημαντικό. Είναι η ματιά του σε μια στιγμή της ιστορίας του Harlem και της αφροαμερικανικής ιστορίας που μας θυμίζει τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε η μουσική ως βάλσαμο στην κρατική βία, ως πηγή έμπνευσης και αλλαγής, και ως γιορτή. Και μόνο που πέρασαν τόσες δεκαετίες για να δημοσιευτεί όλο αυτό το υλικό, είναι εγκληματικό. Η ταινία του Thompson σίγουρα είναι ένα βήμα ώστε να διορθωθεί αυτό το λάθος.

Quo Vadis, Aida?

Το υποψήφιο για Όσκαρ δράμα της Jasmila Zbanic ρίχνει τους θεατές κατευθείαν στα βαθιά, στη στιγμή που τα τανκ του βοσνιο-σερβικού στρατού διασχίζουν τους δρόμους της πόλης Srebrenica. Ξεναγός μας σε αυτόν τον εφιάλτη είναι η Aida (Izudin Bajrovic), μια πρώην δασκάλα που πλέον εργάζεται ως διερμηνέας για τα Ηνωμένα Έθνη. Προσπαθεί να εξασφαλίσει ότι η οικογένειά της, μαζί με χιλιάδες άλλους Μουσουλμάνους πολίτες, θα βρει προστασία στο καταφύγιο της ασφαλούς ζώνης. Όταν οι αξιωματικοί των Ηνωμένων Εθνών μαθαίνουν ότι όλοι οι κάτοικοι πρέπει να μεταφερθούν σε άλλη τοποθεσία, η Aida φοβάται για τα χειρότερα. Η ιστορία θα δείξει πως δυστυχώς οι φόβοι της επιβεβαιώνονται. Η ερμηνεία της Bajrovic είναι συγκλονιστική και η ταινία παρουσιάζει αυτή την κτηνωδία χωρίς καμία προσπάθεια να χρυσώσει το χάπι. Είναι μια ταινία σκληρή και πιστή στη φρικαλεότητα των γεγονότων, εξιστορώντας τα όμως με συμπονετικό τρόπο. Ο επίλογος – γροθιά στο στομάχι – μας υπενθυμίζει ότι όταν η ζωή επιστρέφει στην κανονική της ροή, ο χρόνος θα γιατρέψει τις πληγές, όχι όμως όλες.

Shiva Baby

Πραγματικά, υπάρχει τίποτα πιο αγχωτικό από το να συναντήσεις τυχαία τον παντρεμένο sugar daddy σου σε μια εβραϊκή τελετή πένθους (σιβά) για έναν οικογενειακό φίλο; Η απάντηση, σύμφωνα με τη σεναριογράφο-σκηνοθέτιδα Emma Seligman, είναι ναι, αν οι φωνακλάδες, αυστηροί γονείς σου και το πρώην κορίτσι σου είναι επίσης εκεί. Η Danielle (Rachel Sennott) προσπαθεί να βρει μια ισορροπία μετά από μια σειρά ψεμάτων και μυστικών, όντας εγκλωβισμένη σε αυτή τη συνάντηση και ενώ πρέπει να αντιμετωπίσει τις προσδοκίες των γονιών της, τα φαντάσματα του παρελθόντος της και το δημόσιο ξεμπρόστιασμα για το πώς πληρώνει τους λογαριασμούς της. Οι θεατές πιθανότατα θα ξεμείνουν από νύχια για δάγκωμα, αφού τα πράγματα βρίσκονται διαρκώς στα όρια της κατάρρευσης. Η Seligman καταφέρνει να δημιουργήσει μια ταινία πραγματικά έξυπνη, με τη χρήση κλειστοφοβικών σκηνικών και δίνοντας έμφαση στις εβραϊκές τελετές, συμπληρώνοντας την εικόνα μιας πρωταγωνίστριας που ασφυκτιά από τις προσδοκίες και τις παραδόσεις που την περιβάλλουν.

Beginning

Το Beginning της πρωτοεμφανιζόμενης Déa Kulumbegashvili ξεκινάει με μια έκρηξη – μια βομβιστική επίθεση στην Αίθουσα Βασιλείας Γεωργιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά. Όσα ακολουθούν είναι πραγματικά εκρηκτικά. Είναι μια ταινία έντονη και βίαιη που σίγουρα προκαλεί ταραχή. Το στυλ της Kulumbegashvili με τις μακρόσυρτες και στατικές σκηνές, δίνει έμφαση στην αίσθηση του κενού χώρου που γίνεται όλος και πιο απειλητικός όσο προχωράει η ταινία. Η ιστορία είναι αρκετά απλή. Ο David (Rati Oneli), ηγετικό μέλος του ναού, φεύγει προς αναζήτηση ενός πιο ασφαλούς μέρους για εκείνον και το ποίμνιό του, αφού η επίθεση στην αρχή της ταινίας δεν ήταν η πρώτη. Αφήνει πίσω τη σύζυγό του Jana (που υποδύεται η καταπληκτική Ia Sukhitashvili) και τον γιο τους Giogi (Saba Gogichaishvili). Είναι μάλλον πιο εύκολο να περιγράψεις αυτή την ταινία με μερικές από τις πιο σοκαριστικές σκηνές και εικόνες της. Μια μητέρα που παριστάνει τη νεκρή προκαλώντας πανικό στον γιο της, μια συνάντηση με τον άνδρα που ισχυρίζεται ότι είναι ο αστυνομικός που ερευνά την επίθεση και που κάπως ανεξήγητα καταλήγει σε βία, η προσπάθεια μιας θλιμμένης κόρης να εκμυστηρευτεί ένα περιστατικό σεξουαλικής βίας στη μητέρα της αλλά και η ίδια η σκηνή του περιστατικού αυτού. Με την Sukhitashvili σε κεντρικό ρόλο, η γεμάτη αγωνία και ένταση ταινία της Kulumbegashvili αποκαλύπτει πως ακόμη και στον ανδροκρατούμενο κόσμο μιας θρησκευτικής αίρεσης – έναν κόσμο όπου ένα νεαρό αγόρι έχει μια αφύσικη εξουσία πάνω στην ίδια του τη μητέρα – οι γυναίκες, ή τουλάχιστον η συγκεκριμένη γυναίκα, γίνεται το σύμβολο της θρησκευτικής και οικογενειακής βίας.

Zola

Το 2015, όταν η Aziah “Zola” King δημοσίευσε στο Twitter την ιστορία της, τα 148 tweet της έγιναν viral πριν καν ολοκληρώσει τη διήγηση των γεγονότων. Μια ιστορία που έχει όλα όσα χρειάζεται μια ταινία: μια στριπτιζέζ σε ένα μπαράζ από ατυχή γεγονότα, μια αναξιόπιστη ιστοσελίδα διαφημίσεων, μια αχρείαστη τυχαία συνάντηση, όπλα, ένα απατημένο αγόρι, μια απόπειρα αυτοκτονίας, φυλετικές εντάσεις, πολλά τρομακτικά απρόβλεπτα και την αφήγηση όλων των παραπάνω με μια πολύ αιχμηρή αίσθηση του χιούμορ. Το Zolaσε σκηνοθεσία της Janicza Bravo και σενάριο της ίδιας και του Jeremy O. Harris, θα μπορούσε να παρουσιάσει αυτούσια τα γεγονότα, έτσι κι αλλιώς είναι από μόνα τους τόσο ακραία και συνταρακτικά που θα μπορούσαν να κάνουν όλη τη δουλειά. Η ταινία όμως εξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο παράξενο και προκλητικό απ’ όσο περιμέναμε. Πρωταγωνιστούν η Taylor Paige (Zola) και η Riley Keough (“that bitch” ή αλλιώς Stefani) σε ένα επεισοδιακό road trip όπου οι περιγραφές της Zola έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από αυτά που όντως συμβαίνουν.

Test Pattern

Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους της Shatara Michelle Ford είναι έντονη και σχεδόν εξοργιστική. Η Renesha (Brittany S. Hall) και ο Evan (Will Brill) στην αρχή της ταινίας είναι δύο άγνωστοι που σύντομα θα ερωτευτούν. Εκείνη είναι μαύρη, εκείνος είναι λευκός. Για λίγο, αυτό δεν έχει καμία σημασία. Το ιδιοφυές στην ταινία της Ford είναι ο τρόπος με τον οποίο αρχίζει να φαίνεται αυτή η διαφορά ανάμεσα στα δύο πρόσωπα – η Ford αλλά και οι ηθοποιοί καταφέρνουν με αναπάντεχους τρόπους να αναδείξουν πώς οι θεσμικές διαφορές ή η διαφορά στον τρόπο που ο καθένας αντιλαμβάνεται τη δύναμή του μπορούν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτες ρωγμές στη ζωή μας. Η ταινία αυτή, σε μια πρώτη ανάγνωση, είναι μια ταινία για τη σεξουαλική βία. H Renesha και μια φίλη βγαίνουν να διασκεδάσουν. Γνωρίζουν δύο άντρες που τις εκμεταλλεύονται και αντιδρούν στο γεγονός η καθεμία με διαφορετικό τρόπο (κάτι που θα άξιζε άλλη μια ταινία αφιερωμένη μόνο σε αυτό). Το ‘Test Pattern’ όμως εστιάζει στην ιστορία της Renesha και του Evan και σε μια σειρά ατυχών συμβάντων στην προσπάθεια να κάνουν κάτι πάρα πολύ απλό: να βρουν ένα rape kit και ίσως λίγα ψήγματα δικαιοσύνης. Η συμπεριφορά τους και οι αντιδράσεις τους αποκαλύπτουν πολλά για εκείνους και γίνονται το δύσκολο, σκληρό, βασικό θέμα της ταινίας της Ford, που σίγουρα είναι μια από τις πιο εύστοχες και συγκλονιστικότερες κυκλοφορίες της χρονιάς.

I Carry You With Me

Η εξιστόρηση του μακρόχρονου έρωτα ανάμεσα σε δύο Μεξικανούς μετανάστες από τη Heidi Ewing, ξεκίνησε σαν ένα κλασικό ντοκιμαντέρ, το τελικό αποτέλεσμα όμως είναι ένας συνδυασμός αναπαράστασης πραγματικών γεγονότων, προσωπογραφίας και ποίησης που ξεπερνά τα όρια μιας τυπικής αληθινής ιστορίας πόνου, δυσκολιών και έρωτα. Αγγίζει θέματα όπως το πισωγύρισμα της κοινωνίας μας σε σχέση με τον ρατσισμό και την ομοφοβία, και μέσω της προσέγγισής της στην ερωτική ιστορία ανάμεσα στον Iván (Armando Espitia), έναν φιλόδοξο σεφ, και στον Gerardo (Christian Vazquez), έναν τέως δάσκαλο, δίνει ένα τέλειο παράδειγμα του πώς μια προσωπική εμπειρία μπορεί να αναχθεί σε κάτι βαθιά πολιτικό, και vice versa. Αξιοποιώντας την ονειρική παλέτα του εικονολήπτη Pablo Ramírez και συνδυάζοντας τη δραματοποίηση με τη ρεαλιστική απεικόνιση του ζευγαριού, η Ewing δημιουργεί μια στυλιζαρισμένη, ιμπρεσιονιστική εκδοχή μιας συνηθισμένης ιστορίας. Όμως το γεγονός πως οι δύο πρωταγωνιστές βρίσκονται πάντα στο επίκεντρο της ιστορίας, κάνει όλη τη διαφορά.

The Power of the Dog

Η Jane Campion επιστρέφει μετά από 12 χρόνια με ένα γουέστερν ρεβιζιονιστικό αλλά και έντονα φροϋδικό – μια ιστορία δυο αδερφών που ξεκάθαρα δεν τους ενώνει καμία αδελφική αγάπη. Η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Thomas Savage μας συστήνει στους αδερφούς Burbank: τον George (Jesse Plemons), έναν ευγενικό, ήσυχο και εκλεπτυσμένο άνδρα και τον Phil (Benedict Cumberbatch), έναν σκληρό καουμπόη και νταή που επέστρεψε στο οικογενειακό ράντσο για να βοηθήσει. Μια ευγενική και ευάλωτη γυναίκα (Kirsten Dunst) θα προκαλέσει σύγκρουση ανάμεσα στα αδέλφια, όπως και ο ευαίσθητος γιος της (Kodi Smit-McPhee) που ο Phil φαίνεται να αντιπαθεί έντονα. Αν και μιλάμε για μια ταινία που το σύνολο έχει τη μεγαλύτερη σημασία, είναι κυρίως ο Cumberbatch στον ρόλο του τοξικού και γεμάτου θυμό άνδρα που τραβάει την προσοχή. Δεν θα ξεχάσετε εύκολα την ερμηνεία του.

Licorice Pizza

Ο Paul Thomas Anderson ταξιδεύει πίσω στον χρόνο – στο San Fernando Valley του 1973 – για να περιγράψει μια όμορφη και αναπάντεχη φιλία ανάμεσα σε ένα λυκειόπαιδο (Cooper Hoffman) και μια εικοσάρα (Alan Haim). Αυτό είναι το Licorice Pizza με λίγα λόγια και όταν πρόκειται για ταινία του PTA, δεν χρειαζόμαστε και πολλά παραπάνω: πρόκειται για μια ρομαντική κομεντί (περίπου) και μια ιστορία ενηλικίωσης (περίπου) με φόντο τη γενική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ‘70. Ο PTA δίνει μια σημαντική ευκαιρία στους δυο πρωτοεμφανιζόμενους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους και τα καταφέρνουν περίφημα. (Παρακαλούνται οι Hoffman και Haim να συνεχίσουν αυτό που κάνουν.) Η μουσική είναι επίσης άξια αναφοράς όπως και η εμφάνιση του Bradley Cooper στον ρόλο του κινηματογραφικού παραγωγού Jon Peters (με τον αέρα και τον ναρκισσισμό της showbiz της εποχής).

Flee

Ένα νεαρό αγόρι που ζει στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του ΄80 βλέπει τον μεγαλύτερο αδερφό του να εξαφανίζεται αφού στρατολογείται με το ζόρι από τους Μουτζαχεντίν για να πολεμήσει τους Σοβιετικούς. Χάρη στη βοήθεια ενός συγγενή από το εξωτερικό, όλη η οικογένεια καταφέρνει να φύγει από τη χώρα και να εγκατασταθεί στην Ευρώπη. Χρόνια αργότερα, αυτός ο ανώνυμος πρωταγωνιστής είναι πια ένας επιτυχημένος ακαδημαϊκός και ευτυχισμένος με τον σύντροφό του. Όταν όμως ο Δανός σκηνοθέτης Jonas Poher Rasmussen του ζητά να πει την ιστορία του στην κάμερα, γίνεται εμφανές ότι ο ξεριζωμός απ’ το σπίτι του είναι ένα θέμα που δεν έλυσε ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι η εξερεύνηση του τραύματος με ευαισθησία και το χρονικό της προσφυγικής κρίσης του 20ου αιώνα. Το animation του Rasmussen κάνει την ιστορία ακόμα πιο σπαραχτική. Είναι δύσκολο να μην κυλήσουν δάκρυα, ειδικά προς το τέλος, και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο που παρουσιάζεται η ιστορία.

The Inheritance

Σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ephraim Asili από την Πενσυλβάνια, το ‘The Inheritanceδεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για τις προθέσεις και επιρροές του. Η ιστορία είναι απλή: Μια ομάδα νεαρών Αφροαμερικανών οραματιστών που βρίσκονται σε διαδικασία εσωτερικής αναζήτησης. Συζητούν και διαπληκτίζονται, ερωτεύονται, απορροφούν σαν σφουγγάρια όση γνώση μπορούν για τη Μαύρη ιστορία. Ο Asili όμως δεν αρκείται απλώς στην απεικόνιση αυτής αυτών των διαδικασιών. Συνδυάζει τα πραγματικά γεγονότα με πολύ δραματικές, “στημένες” σκηνές και ενσωματώνει ιστορικά στοιχεία μέσω των σπουδαίων συμβόλων του κινήματος των Μαύρων Τεχνών και του βομβαρδισμού του κτιρίου του κινήματος MOVE στη Φιλαδέλφεια το 1985 που ακόμη στοιχειώνει την πόλη. Ο βομβαρδισμός, μια επίθεση σε ομάδα Αφροαμερικανών ακτιβιστών που είχαν θεωρηθεί απειλή, ισοπέδωσε μια ολόκληρη γειτονιά και σκότωσε μέλη του κινήματος. Ένα τέτοιο γεγονός αναγκαστικά επηρεάζει μια ταινία σαν αυτή. Ο σκεπτόμενος Αφροαμερικανός είναι, απ’ ό,τι φαίνεται, επικίνδυνος. Η ταινία του Asili περιγράφει άψογα πώς μια ιδέα παίρνει μορφή και ζωή – και πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζεται η δουλειά νέων ανθρώπων για το κοινό καλό, κάτι που συχνά δεν συμβαίνει. Θα ακούσετε, επίσης, πολλές έξυπνες και έντονες ατάκες. “Έχει πολλή πλάκα”, λέει μια νεαρή γυναίκα, “πόσο πληγώνονται οι λευκοί όταν λένε ότι λατρεύουν μια ταινία για τη ζωή των μαύρων και εσύ λες ότι δεν σου αρέσει καθόλου”.

Δεν ξέρουμε ποια ταινία μπορεί να έχει στο μυαλό της, πάντως σίγουρα όχι το ‘Inheritance’. Το ‘Inheritance’ είναι έξυπνο και βαθυστόχαστο και ταυτόχρονα χαλαρό, μπερδεμένο, ελαφρύ και καθόλου κλασικό, και με τον τρόπο του κάνει τις αλήθειες που μας παρουσιάζει – με τις μαρτυρίες των επιζώντων του κινήματος MOVE που εμφανίζονται στην ταινία για παράδειγμα – ακόμα πιο χειροπιαστές.

The Human Voice

Αν και ο Pedro Almodóvar κυκλοφόρησε μια ταινία μεγάλου μήκους αυτή τη χρονιά, το Parallel Mothers, ήταν αυτή η μικρού μήκους ταινία που κέρδισε όλο το ενδιαφέρον. Βασισμένη στον μονόλογο του Jean Cocteau που γράφτηκε το 1930, μια γυναίκα περνά απ’ τον θρήνο στην αναζήτηση εκδίκησης, με τη μοναδική ερμηνεία της Tilda Swinton που καταφέρνει κάτι αξιοθαύμαστο μέσα σε λίγη ώρα, μόνο με τη βοήθεια ορισμένων εντυπωσιακών ρούχων, ενός τσεκουριού και ενός αναπτήρα. Ο Almodóvar και η Swinton καταφέρνουν να δημιουργήσουν στιγμές έντασης, χιούμορ, δράματος και θεατρικότητας μόλις σε μισή ώρα, κάτι που οι περισσότερες ταινίες δεν καταφέρνουν ούτε σε 90 λεπτά. Κινηματογραφικός παράδεισος.

The Viewing Booth

Ο Ra’anan Alexandrowicz είχε μια ιδέα: να καλέσει Εβραίους-Αμερικανούς φοιτητές, να τους δείξει διάφορες ειδήσεις για την αλληλεπίδραση Ισραηλινών στρατιωτών με Παιλαιστινίους πολίτες (μια κατάσταση που γνώριζε από πρώτο χέρι) και να τους ζητήσει να μοιραστούν τις σκέψεις τους για τα όσα είδαν. Θα κατέγραφε τα αποτελέσματα στην κάμερα. Μια συγκεκριμένη συμμετέχουσα, η νεαρή Maia Levy, τον συναρπάζει. Συζητούν μεν αρμονικά αλλά η επαφή τους γίνεται ενίοτε εχθρική. Καθώς τον βλέπουμε να παρατηρεί την κοπέλα που παρακολουθεί τα βίντεο για την κατεχόμενη Δ. Όχθη – τα οποία είναι από μεροληπτικά έως ξεκάθαρη προπαγάνδα – η όλη ιδέα του κατά πόσο τα πιστεύω μας μπορούν να αλλάξουν ή ενισχύονται από τις πληροφορίες που λαμβάνουμε γίνεται το θέμα προς συζήτηση. Κάτι που ξεκινάει σαν κοινωνικό πείραμα εξελίσσεται σε κάτι πολύ πιο βαθύ, και στο τέλος της ταινίας-τροφή για σκέψη του Alexandrowicz, γίνεται αντιληπτό ότι η ταινία είναι μόνο εν μέρει για το Ισραήλ και περισσότερο για το κοινωνικό χάσμα και τις διαφορές στο πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα που γρήγορα μετατρέπεται σε μια συλλογική άβυσσο για όλους μας.

Drive My Car

Ο Ιάπωνας Ryusuke Hamaguchi (Happy Hour) επιστρέφει με άλλο ένα μαραθώνιο αριστούργημα – την τρίωρη κινηματογραφική μεταφορά της ιστορίας του Haruki Murakami για έναν θεατρικό σκηνοθέτη (Hidetoshi Nishijima) που στήνει μια διεθνή παραγωγή του Uncle Vanya του Chekhov στη Χιροσίμα. Ο ίδιος έχει παρελθόν με το συγκεκριμένο έργο ως ηθοποιός ενώ ταυτόχρονα συνδέεται και με ένα μέλος του καστ: έναν ταραχώδη σταρ της τηλεόρασης (Masaki Okada) που είχε κάποτε δουλέψει με την εκλιπούσα σύζυγό του. Η οδηγός του (Tôko Miura) κουβαλάει τον δικό της σταυρό. Ο τρόπος με τον οποίο ο Hamaguchi απεικονίζει την τέχνη, τη ζωή, την απώλεια και τη συγχώρεση είναι ένα από το πιο εύστοχα παραδείγματα για το πώς η αλληλεπίδραση καθημερινών ανθρώπων μετατρέπεται σε συναρπαστική κινηματογραφική στιγμή. (Με αυτό και το Wheel of Fortune and Fantasy που κέρδισε βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, ο Hamaguchi είχε μια πραγματικά εξαιρετική χρονιά.)