15 Ιουνίου 2022 06:23

Ο Βασίλης Δούβλης μιλάει μέσω του «18» στις ψυχές μιας γενιάς χωρίς ελπίδα

Ο δημιουργός του «18», μίλησε στον Κωνσταντίνο Βρεττό για τον ρατσισμό της διπλανής πόρτας, για την βουτιά που έκανε στον κόσμο των «κακών» παιδιών και για τον διάλογο που θέλει να ανοίξει η ταινία του.

 

Του Κωνσταντίνου Βρεττού

Στις 7 Οκτώβρη του 2020 γράφτηκε μία από τις λαμπρότερες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της χώρας με την καταδίκη της Χρυσής Αυγής σε εγκληματική οργάνωση. Μια βαθιά ανάσα σε μια κοινωνία που ακόμα δυσκολεύεται να αναπνεύσει.

«Δεν τελειώσαμε με την Χρυσή Αυγή» τόνιζε πολλάκις η Μάγδα Φύσσα, η οποία 616 μέρες μετά βρέθηκε ξανά στο εφετείο, καθώς σήμερα ξεκίνησε η δεύτερη μάχη ενάντια στο φασισμό.

Ο χώρος της Τέχνης δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος. Το «18» του Βασίλη Δούβλη δεν μιλά ευθέως για την «Χρυσή Αυγή» αλλά θα μπορούσε κανείς να πει ότι την φωτογραφίζει.

«Στην ταινία δεν υπάρχει καμία αναφορά για την Χρυσή Αυγή και δεν γίνεται τυχαία. Ήθελα να υπερβαίνει την επικαιρότητα μιας στιγμής, να είναι κάτι ευρύτερο. Το 18 είναι μια ταινία για την ρατσιστική βία, για τον εκφοβισμό και για την δύσκολη εφηβεία στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, της αναζωπύρωσης του φασισμού και της πανδημίας. Μιλά για αυτά τα θέματα και για το τι σημαίνει να είναι κανείς 18. Γνωρίζοντας πολλά παιδιά κατάλαβα ότι η γενιά αυτή μεγαλώνει με τη πεποίθηση ότι η ζωή τους θα είναι χειρότερη από των γονιών τους. Χωρίς πραγματική ελπίδα. Αυτό είναι και το θέμα της ταινίας. Η ταινία δεν φιλοδοξεί να αρθρώσει ένα οριστικό κλειστό λόγο για αυτό το θέμα, θέλει να ανοίξει μια συζήτηση»

Κανένας δεν γεννιέται ρατσιστής ούτε και φασίστας. Πρόκειται για μια κατάσταση που σταδιακά σε απομακρύνει από το φως. Αυτό ψάχνει να βρει και ο Βασίλης στην ταινία. Την διαδρομή ενός ανθρώπου προς το σκοτάδι του φασισμού.

«Με ενδιέφερε να κάνω μια ταινία από τη μεριά των θυτών, όχι των θυμάτων. ΉΘελα να δείξω τη σκοτεινή πλευρά και να ιχνηλατήσω την διαδρομή τους, τις παρέες, την οικογένεια, τα κίνητρα και τις αντιφάσεις τους. Δεν ήθελα να θέσω απαντήσεις, αλλά ερωτήματα. Το πιο σοκαριστικό είναι όταν συνειδητοποίησα ότι τα παιδιά δεν ήταν κάποια τέρατα, αλλά παιδιά της διπλανής πόρτας. Η κοινοτοπία του κακού. Δεν έχουμε φτάσει σε σημείο μη επιστροφής ωστόσο, όλα είναι ανοιχτά».

Υπήρχαν μάλιστα και φορές που η ίδια η πραγματικότητα συνάντησε τη μυθοπλασία.

«Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ το Νοέμβριο λίγο μετά από τα σκηνικά στο ΕΠΑΛ Σταυρούπολης. Αυτό συνδέεται με την έρευνα και το σενάριο που δεν σταμάτησε ποτέ. Έγραφα σκηνές που επινοούσα και μετά τις έβλεπα να συμβαίνουν. Η πραγματικότητα ξεπερνάει την φαντασία. Η κουβέντα “πάμε για κυνήγι” είναι ρεαλιστική, μου τη μετέφερε μια κοπέλα.Έχω δει περιστατικά βίας μπροστά μου και άλλα που βίωσαν άτομα στο στενό μου κύκλο. Δεν ήταν κάτι αφηρημένο, το ζεις μέσα στην πόλη. Όταν μάλιστα έχεις και δύο αγόρια σε αυτή την ηλικία, ίσως έχεις και μια έξτρα ευαισθησία και είσαι πιο κοντά σε αυτή την αγωνία, αυτής της εποχής».

Το σινεμά μπορεί να γίνει πολύ επιδραστικό, να γίνει το κλειδί που θα ανοίξει και τα πιο «κλειδωμένα» μυαλά.

 

«Θα με ενδιέφερε πάρα πολύ να προβληθεί η ταινία στα σχολεία. Να τους δώσει χώρο να προβληματιστούν, όχι με διδακτικό χαρακτήρα. Όταν το σινεμά γίνεται διδακτικό δεν λειτουργεί κατά την γνώμη μου. Όπως επίσης θα με ενδιέφερε πολύ να προβληθεί η ταινία στις φυλακές. Θα μας έδινε απαντήσεις. Θα είχε πάρα πολύ ενδιαφέρον, το έχω σκεφτεί δεν στο κρύβω. Το σινεμά δεν πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο αλλά αν είναι ειλικρινές μπορεί να θέσει ερωτήματα, να επηρεάσει τον τρόπο σκέψης και την αισθητική. Είναι ένα ταξίδι όπου ο θεατής πρέπει να είναι συνοδοιπόρος».

Η εποχή που ζούμε είναι γεμάτη εκπλήξεις. Ο κορονοϊός αποτελούσε μια εξαίρεση πριν 2 χρόνια στην κανονικότητα μας, αλλά τώρα μοιάζει με κανόνα. Ένα γεγονός, που δεν θα μπορούσε να αφήσει το σινεμά ανεπηρέαστο.

«Ήταν μια πραγματική υπέρβαση το ότι γυρίσαμε αυτή την ταινία μέσα στη πανδημία. Προσπαθούσαμε πολύ, παλεύαμε με το χρόνο, δεν ήταν αυτονόητο. Αισθάνομαι πραγματικά ευτυχής που δούλεψα με αυτά τα παιδιά. Ήταν μια διαδικασία συνεχούς αλληλεπίδρασης. Το σενάριο άλλαζε συνεχώς. Θέλω οι ηθοποιοί να μην παίζουν. Να υπάρχουν απλά στο χώρο και στο χρόνο. Όταν το κατακτήσεις αυτό μέσα από τις πρόβες μπορείς να εντάξεις τον αυτοσχεδιασμό».

Φωτογράφος: Πηνελόπη Μαμάη